2η Γενιά Μεταναστών
Δεύτερη γενιά μεταναστών σε Ελλάδα κι Ευρώπη
Η έννοια της ιδιότητας του πολίτη είναι πολύπλευρη. Καταρχήν, η ιδιότητα του πολίτη έχει μία νομική και πρακτική διάσταση, εκχωρώντας στα άτομα μία σειρά πολιτικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η διάσταση αυτή συνδέεται με την «θεσμική υπόσταση» του ατόμου από την οποία απορρέει και η συμμετοχή και πρόσβαση του στα πολιτικά δικαιώματα και στο κράτος πρόνοιας. Συνδέεται επίσης και με την εθνική ταυτότητα στο βαθμό που θεωρούμε την ιδιότητα του πολίτη σε σύνδεση με το έθνος κράτος.
Ο τρόπος με τον οποίο μία χώρα ορίζει τη διαδικασία και τα κριτήρια πολιτογράφησης προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό τα όρια μεταξύ «μελών» και «ξένων», «δικών μας» και «άλλων». Οι κρατικές πολιτικές πολιτογράφησης αποτελούν:
- εργαλεία ενσωμάτωσης και εισροής πληθυσμών (σε πολλές χώρες υπάρχουν κάποιες ομάδες «αλλοδαπών» που «προτιμώνται» για διάφορους λόγους συνήθως ιστορικούς και εθνοτικούς-πολιτισμικούς, και ως εκ τούτου έχουν πρόσβαση στην ιδιότητα του πολίτη στη χώρα διαμονής τους μέσα από ειδικές διαδικασίες)
- εργαλεία διαχείρισης της παραμονής (και αποχώρησης;) τους
- στρατηγικές εκχώρησης συγκεκριμένων δικαιωμάτων σε κάποιες ομάδες ή περιορισμού κρατικών υποχρεώσεων προς άλλες (ιδιαίτερα όσον αφορά στο κράτος πρόνοιας).
Πώς γίνεται αυτό πρακτικά;
Κυρίως μέσω του καθορισμού προϋποθέσεων πολιτογράφησης. Γενικότερα, υπάρχουν δύο τρόποι για να γίνει κανείς πολίτης μιάς χώρας: από γέννηση και από πολιτογράφηση. Η ιδιότητα του πολίτη κληρονομείται από τους γονείς (ius sanguinis), αποδίδεται από τον τόπο γέννησης (ius soli) ή καθορίζεται από ένα συνδυασμό κριτηρίων. Η πολιτογράφηση είναι σημαντική κυρίως για τους μετανάστες πρώτης γενιάς και για τα παιδιά των μεταναστών που δεν έχουν αποκτήσει την ιθαγένεια από τη γέννησή τους.
Ο χρόνος διαμονής στη χώρα υποδοχής είναι ένα από τα βασικά κριτήρια που καθορίζουν το δικαίωμα πολιτογράφησης. Στις περισσότερες χώρες της ΕΕ, ο απαιτούμενος χρόνος παραμονής για τα άτομα που επιθυμούν να αποκτήσουν την ιδιότητα του πολίτη της χώρας διαμονής τους κυμαίνεται μεταξύ πέντε και δέκα χρόνων. Οι αιτήσεις εξετάζονται βάση ενός αριθμού ατομικών και κοινωνικό-οικονομικών κριτηρίων όπως οι οικογενειακοί δεσμοί και η οικογενειακή κατάσταση, η εργασιακή κατάσταση του αιτούντος, το καθαρό ποινικό μητρώο, η γνώση της γλώσσας και του πολιτισμού της χώρας διαμονής.
Όσον αφορά στη δεύτερη γενιά μεταναστών, δηλαδή τα παιδιά που γεννιούνται από αλλοδαπούς γονείς σε μία χώρα, οι ρυθμίσεις επίσης ποικίλλουν.
- Στην Γαλλία τα παιδιά αυτά αποκτούν την γαλλική υπηκοότητα με την ενηλικίωση τους αυτόματα, έχουν όμως το δικαίωμα να αρνηθούν αυτή την αυτόματη πολιτογράφηση (και να κρατήσουν την ιθαγένεια της χώρας καταγωγής των γονέων τους) μέσα σε ένα χρόνο από την ενηλικίωση τους.
- Στην Γερμανία, από το 2000 και μετά τα παιδιά των οποίων ο ένας έστω γονέας διαμένει στη χώρα τουλάχιστον 8 χρόνια και έχει άδεια διαμονής αόριστης διάρκειας, πολιτογραφούνται Γερμανοί πολίτες αυτόματα με τη γέννηση τους.
- Στο Bέλγιο η λεγόμενη δεύτερη γενιά μεταναστών αποκτά αυτόματα τη βελγική υπηκοότητα αρκεί οι γονείς να διέμεναν στη χώρα τα πέντε τουλάχιστον από τα τελευταία δέκα έτη πριν τη γέννηση του παιδιού. Επίσης στο Βέλγιο είναι αρκετά απλό για ενήλικες που έχουν γεννηθεί στη χώρα και οι γονείς τους δεν φρόντισαν να κάνουν τις απαρίτητες διοικητικές ενέργεις για να αποκτήσουν τα παιδιά την βελγική υπηκοότητα, να το κάνουν οι ίδιοι ως ενήλικες.
- Στην Ισπανία, από το 2002 και μετά, τα παιδιά που γεννιούνται στην Ισπανία από αλλοδαπούς γονείς μπορούν να αποκτήσουν την υπηκοότητα εφόσον ζούσαν στη χώρα για τουλάχιστον ένα χρόνο πριν υποβάλλουν την αίτηση τους για πολιτογράφηση.
- Στην Ιταλία τα παιδιά που γεννήθηκαν στη χώρα από αλλοδαπούς γονείς μπορούν να αποκτήσουν την ιταλική υπηκοότητα κατόπιν αίτησης τους αφού συμπληρώσουν τα 18 τους χρόνια. Η αίτηση τους πρέπει να υποβληθεί στον επόμενο 1 χρόνο μετά την ενηλικίωση τους.
- Στην Τουρκία υπάρχουν τρεις διαφορετικές διαδικασίες για την απόκτηση της τουρκικής ιθαγένειας.
1) Η απόκτηση της ιθαγένειας με τη γέννηση,
2) Η απόκτηση της ιθαγένειας μέσω της υιοθεσίας , και
3) Η απόκτηση της ιθαγένειας μέσω του γάμου.
- Στην Ρουμανία η ιθαγένεια θεσμοθετήθηκε το 1991 και θέλησε να τονίσει την απεμπλοκή της Ρουμανίας από την Σοβιετική Ένωση και την επιθυμία της ένωσής της με τα τμήματα της Ρουμανίας που είχαν προσαρτηθεί στη Σοβιετική Ένωση μετά το β’ παγκόσμιο πόλεμο και κυρίως με τη Μολδαβία που αποτελούσε μέρος της χώρας μέχρι τον πόλεμο. Ο νόμος καθορίζει ότι ένα άτομο μπορεί να αποκτήσει τη ρουμανική ιθαγένεια μ’ έναν από τους παρακάτω τρόπους:
- Με πολιτογράφηση- Διαμένοντας στη Ρουμανία από 5 εώς 8 χρόνια
- Με τη γέννηση σε ρουμανικό έδαφος ή να είναι δεύτερης ή τρίτης γενιάς απόγονος ρουμάνου πολίτη
- Με την υιοθεσία από ρουμάνο πολίτη
- Με τον επαναπατρισμό
Οι υπηρεσίες και η βοήθεια για την ολοκλήρωση της διαδικασίας δεν είναι πλήρως ικανοποιητική, παρά την προσπάθεια κατά τα τελευταία χρόνια για την προσαρμογή με τα διεθνή πρότυπα.
- Στην Μ. Βρετανία ένα παιδί που γεννιέται από αλλοδαπούς γονείς εκ των οποίων τουλάχιστον ο ένας έχει αόριστη διάρκεια διαμονής (indefinite leave to remain) ή ο ένας γονέας του είναι πολίτης της ΕΕ γίνεται αυτόματα Βρεταννός πολίτης. Σε περίπτωση που οι γονείς δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις και εφόσον το παιδί ζήσει ως τα 10 του χρόνια στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει δια βίου το δικαίωμα να πολιτογραφηθεί
- Στην Ολλανδία γίνονται ολλανδοί πολίτες αυτόματα τα παιδιά των οποίων οι γονείς καίτοι αλλοδαποί είναι μόνιμα εγκατεστημένοι στην χώρα ή έχουν γεννηθεί στη χώρα. Παιδιά που έχουν γεννηθεί στην Ολλανδία μπορούν επίσης με την ενηλικίωση τους να κάνουν χρήση της λεγόμενης διαδικασίας «επιλογής» που είναι μια διαδικασία απλούστερη από την πολιτογράφηση και αφορά διάφορες κατηγορίες ατόμων που έχουν ιδιαίτερους δεσμούς με την Ολλανδία.
Οι περιπτώσεις αυτές κι ιδιαίτερα η περίπτωση της Ολλανδίας έρχονται σε αντιπαράθεση με την ελληνική πραγματικότητα η οποία όχι μόνο δεν παρέχει τη δυνατότητα επιλογής στο μετανάστη δεύτερης γενλίας αλλά προβαίνει σε μία κατάσταση περιθωριοποίησης.
Πιο αναλυτικά, η Ελλάδα κατέχει θλιβερά πρωτεία μιας χώρας με μεταναστευτικό πληθυσμό που αγγίζει (αν όχι ξεπερνά) το 10% του πληθυσμού της, η οποία όμως δεν έχει καμία σαφή ρύθμιση για τη λεγόμενη δεύτερη γενιά μεταναστών. Συγκεκριμένα, δεν υφίστανται δοικητικές ρυθμίσεις που να αφορούν στην ομαλή εγγραφή των παιδιών «δεύτερης γενιάς» στα δημοτικά μητρώα και την αντίστοιχη εξυπηρέτηση τους για πιστοποιητικά και άλλα έγγραφα (τα οποία ως τώρα πρέπει να αναζητούν στις χώρες καταγωγής τους).
Για να καλυφθεί το κενό η κυβέρνηση προτείνει με συγκεκριμένη πρόταση, τα παιδιά που γεννήθηκαν και κατοικούν στην Ελλάδα ως τα 18 τους χρόνια να λαμβάνουν το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος – ισότιμο δηλαδή με το καθεστώς ενός ενήλικα που διαμένει στην Ελλάδα επί 5ετία και πληρεί κάποιες βασικές προϋποθέσεις εργασίας, ασφάλισης και γνώσης της γλώσσας. Θα έχουν τα κοινωνικά δικαιώματα των Ελλήνων Σύμφωνα με τη ρύθμιση του υπ. Εσωτερικών στο σ/ν «Αναδιοργάνωση της δημοτικής αστυνομίας και ρυθμίσεις λοιπών θεμάτων αρμοδιοτήτων του υπ. Εσωτερικών», όσα παιδιά μεταναστών έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα, εφόσον οι γονείς τους εξακολουθούν να διαμένουν νομίμως στη χώρα, μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους και εφόσον έχουν ολοκληρώσει την 9χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, θα ενταχθούν στο καθεστώς των επί μακρόν διαμενόντων. Χωρίς τις προϋποθέσεις που θεσπίζονται στο Ν. 3386/2005 (ελάχιστο ετήσιο εισόδημα 8.500 ευρώ, ένσημα κ.ά.) αλλά με όλα τα πλεονεκτήματα των επί μακρόν διαμενόντων: πενταετή άδεια παραμονής που ανανεώνεται αυτομάτως για δύο ακόμη πενταετίες και στη συνέχεια απόκτηση υπηκοότητας. Μπορούν να ταξιδεύουν ελεύθερα στην Ε.Ε. για σπουδές ή εργασία, έχουν όλα τα ασφαλιστικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά δικαιώματα που έχει ένας Ελληνας πολίτης. Οι άδειες θα χορηγούνται απευθείας από τις περιφέρειες.
Η συγκεκριμένη διάταξη παρουσιαζει προβλήματα εννοιολογικής οριοθέτησης. Αρχικά, τα παιδιά της δεύτερης γενιάς των μεταναστών, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή βιβλιογραφία, δεν θεωρούνται μετανάστες, αλλά πολίτες με μεταναστευτικό υπόβαθρο (η χώρα εγκατάστασης είναι αυτή που οι γονείς τους, κάποτε, αποφάσισαν ή επέλεξαν να μεταναστεύσουν). Δεύτερον, το καθεστώς του επί μακρόν διαμένοντος έχει σχεδιαστεί ώστε να παρέχει τις ελάχιστες προϋποθέσεις για την κοινωνική ένταξη των μεταναστών της πρώτης γενιάς και να εξασφαλίσει την συμμετοχή τους στην κοινωνική και πολιτική ζωή (δικαίωμα συμμετοχής στις τοπικές εκλογές) της χώρας εγκατάστασης. Άλλωστε, σύμφωνα με σχετική οδηγία της Ε.Ε, δικαίωμα απόκτησής του καθεστώτος του επί μακρόν διαμένοντος έχουν όλοι οι μετανάστες που διαμένουν νόμιμα στη χώρα εγκατάστασης τουλάχιστον 5 χρόνια και έχουν ετήσιο εισόδημα 8.500 ευρώ. Τρίτον, το δικαίωμα πρόσβασης στο συγκεκριμένο καθεστώς το έχουν μόνο όσα παιδιά δεύτερης γενιάς γεννήθηκαν στην Ελλάδα και όχι τα παιδιά που έχουν έρθει στην Ελλάδα σε μικρή ηλικία. Και, τέταρτον, το τεκμήριο της νομιμότητάς τους, εφόσον έχουν ενηλικιωθεί, θεμελιώνεται με βάση το καθεστώς των γονέων τους. Εν ολίγοις, εάν οι γονείς των παιδιών αυτών, για διάφορους λόγους: είτε δεν βρίσκονται στη ζωή, είτε είναι παράνομοι, είτε έχουν επιστρέψει στη χώρα καταγωγής, είτε έχουν αποποιηθεί τον ρόλο του γονέα, επιφυλάσσουν, εν τέλει, στο ενήλικo πλέον, παιδί τους μια θέση στον κόσμο της παρανομίας και του περιθωρίου!

